διδασκάλου

διδασκάλου
διδάσκαλος
teacher
masc/fem gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • Διδασκάλου — Επώνυμο αγωνιστών του 1821. 1. Αναγνώστης. Καταγόταν από το Καρπενήσι. Διέθεσε την περιουσία του για τη συγκρότηση στρατιωτικών σωμάτων από Αγραφιώτες. Πήρε μέρος σε πολλές επιχειρήσεις. 2. Γεώργιος. Διακρίθηκε στην τελευταία πολιορκία του… …   Dictionary of Greek

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek

  • ИОАСАФ ДИОНИСИАТ — [греч. ᾿Ιωάσαφ ὁ Διονυσιάτης] (нач. XIX в. (?), Сере, ныне Серес, Греция 17.02.1866, мон рь прп. Дионисия, Афон), иером., дидаскал, греч. мелург. Дата смерти И. Д. известна благодаря ремарке в Книге монастыря прп. Дионисия (Βραβεῖον τῆς μονῆς… …   Православная энциклопедия

  • Simplicio de Cilicia — Simplicio, griego: Σιμπλίκιος (Cilicia, 490 – 560) fue un filósofo y matemático bizantino. Contenido 1 Datos biográficos 2 Concepciones 3 Obras 4 …   Wikipedia Español

  • дидаскалъ — ДИДАСКАЛ|Ъ (11), А с. διδάσκαλος Учитель, наставник: ѥдино бо всѣ(х) чл҃вкъ ѥстьство, искѹшени˫а дидаскалъ. (διδάσκαλος) ГА XIII–XIV, 46в; ні бо никогда же философьскыхъ или вѣтиискы(х) наѹчилисѩ словесъ, но ѥство точью имѹще дидаскала.… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • Divinization (Christian) — In Christian theology, divinization, deification, making divine or theosis is the transforming effect of divine grace.[1] This concept of salvation is historical and fundamental for Christian understanding that is prominent in the Eastern… …   Wikipedia

  • Коттуниос, Иоаннис — Иоаннис Коттуниос Ἰωάννης Κωττούνιος Иоаннис Коттуниос …   Википедия

  • ARTZIBURIUS — Graece Α᾿ρτζιβούριος, apud Marcum Hieromonachum in Responsis, Anastasium de illo, in Triodio c. 27.nomen est hebdomadis, alias Προσφωνήσιμος dictae, quod in ea ieiunarent Armenii. Et quidem nonnulli eorum, propter Ninevitas, alii autem propter… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • SCHOLA — quid proprie sit, indicat Ausonius Eidyll. 4. ad Nepot. v. 5. Graio Schola nomine dicta est, Iustae laboriferis tribuantur ut otia curis. A Graeco nempe χολὴ, quod otium denotat, nomen invenit. Quia enim secundum Celsum de re Med. l. 1. in Prooem …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Μανιχαϊσμός — Θρησκεία την οποία ίδρυσε και κήρυξε στην περσική αυτοκρατορία των Σασσανιδών ο Μάνης. Ο μ., ο οποίος υπέστη διωγμό στην Περσία, διαδόθηκε στην Άπω Ανατολή. Τον 7o αι. έφτασε στην Κίνα και τον 8o αι. έγινε επίσημη θρησκεία της τουρκικής… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”